αἰγόκερως

αἰγόκερω̆ς , αἰγόκερως
masc/fem acc pl (attic epic ionic)
αἰγόκερω̆ς , αἰγόκερως
masc/fem nom sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιγόκερως — ( ω) και μεταγενέστερα ( ωτος), ο (Α αἰγόκερως) (Α και ως επίθ. ως, ων) ως ουσ. αστερισμός τού ζωδιακού κύκλου, ο Αιγόκερως* αρχ. ως επίθ. αυτός που έχει κέρατα τράγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ γὸς + κέρως < γεν. κέρα(σ)ος τής λ. κέρας] …   Dictionary of Greek

  • αἰγοκέρων — αἰγόκερως masc/fem gen pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Триантафиллу, Соти — В Википедии есть статьи о других людях с такой фамилией, см. Триантафиллу. Соти Триантафиллу греч. Σώτη Τριανταφύλλου Дата рождения: 1957 год( …   Википедия

  • αἰγόκερωι — αἰγόκερῳ̆ , αἰγόκερως masc/fem nom pl (attic epic ionic) αἰγόκερῳ̆ , αἰγόκερως masc/fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγόκερῳ — αἰγόκερῳ̆ , αἰγόκερως masc/fem nom pl (attic epic ionic) αἰγόκερῳ̆ , αἰγόκερως masc/fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Zodiac — See also: Zodiac (disambiguation) Wheel of the zodiac: This 6th century mosaic pavement in a synagogue incorporates Greek Byzantine elements, Beit Alpha …   Wikipedia

  • Astrological sign — ‹ The template below (Astrology) is being considered for merging. See templates for discussion to help reach a consensus. › Astrology …   Wikipedia

  • Anarchism in Greece — s, as they remain mostly anonymous. It s important to note that anarchists in Greece have emerged from occasionally overlapping but mostly diverse inclinations.History1860 1875Starting in 1860, the first libertarian texts were being published in… …   Wikipedia

  • AEGIPAN — a poetis Pan est cognominatus, quod pedes caprinos haberet. Inde Aegipanes homines nudi, leves, et caprinos pedes habentes. Propert. l. 3. eleg, 16. Mollia Dircaeae pulsabunt tympana Thebae, Capripedes calamô Panes hiante canent. Mela l. 1. c. 8 …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αίγα — (aega). Επιστημονική ονομασία γένους αρθροπόδων και γένους εντόμων. 1. Τα αρθρόποδα είναι της οικογένειας των αιγιδών και της τάξης των ισοπόδων. Ζουν παρασιτικά επάνω στα διάφορα ψάρια, στα οποία κολλούν με τους μυζητήρες τους. Το μήκος του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.